• Τιμές - Εξοπλισμός - Τεχνικά - Test - Συγκριτικά Εγγυήσεις - Χρηματοδοτικά - Προσφορές

Ιταλική φινέτσα εναντίον Αμερικανικής πληθωρικότητας. Moto Guzzi V7 III VS Harley-Davidson Street Rod 750.

Κλασικός σε όλα του ο V2 του Moto Guzzi, προσφέρει μια μοναδική αίσθηση στη λειτουργία του.

Πιο μοντέρνος και πιο δυναμικός ο V2 του Harley, ισχυρότερος σε όλα τα πεδία.

Το όργανο του V7 III, που τα περιλαμβάνει "όλα σε ένα".

Παρόμοιας φιλοσοφίας και το όργανο του Street Rod, με λιγότερες πληροφορίες όμως.

Η σέλα του V7 III είναι αρκετά άνετη για τα δεδομένα της κατηγορίας, για έναν ή και δύο.

Στα "όπα όπα" ο αναβάτης, στο περιθώριο ο συνεπιβάτης για την παχιά σέλα του Street Rod...

To V7 III ενδείκνυται για βόλτες κυρίως χαλαρού χαρακτήρα, με την απόλαυση να προέρχεται από την αίσθηση και την ροπή του V2.

Το καλύτερο στήσιμο σε γενικές γραμμές του Street Rod, ευνοεί και μια σπορ υπέρβαση χωρίς να χάνεται φυσικά ο cruising χαρακτήρας του.

Το κλασικό είναι πάντα στη μόδα

 

Διαφέρουν στην προσωπικότητα, τα βρίσκουν στο ότι υπόσχονται βόλτες με στυλ και εμφάνιση που θα κάνει τους πάντες να σας προσέξουν. Συγκρίνουμε τα Moto Guzzi V7 III και Harley Davidson Street Rod 750.

Είναι αρκετά ασφαλές να εκτιμήσουμε, ότι ζούμε ένα new retro boom στην μοτοσυκλέτα. Μάρκες που μέχρι τώρα δεν μετείχαν στην κατηγορία παρουσιάζουν το ένα κλασικό μοντέλο μετά το άλλο. Από την άλλη, αυτές που ανέκαθεν υποστήριζαν τις ρίζες τους μάλλον… επιβεβαιώνονται περίτρανα και κερδίζουν μια γενναία δόση προσοχής. Οι Moto Guzzi και Harley-Davidson ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία, καθώς όχι μόνο δεν απαρνήθηκαν ποτέ την μοναδική τους ταυτότητα, αλλά ξεχωρίζουν ακριβώς για αυτό τον λόγο. Το παρόν συγκριτικό επικεντρώνεται σε δύο δικύλινδρα 750 κυβικών, με κοινό παρονομαστή τον διαχρονικό V2. Πρόκειται για τα V7 III και Street Rod 750.

Εμφάνιση-ποιότητα: Επιθετικό το Street Rod, σκέτη χρονομηχανή το V7 III

H μοτοσυκλέτα από το Milwaukee ξεχειλίζει νεύρο και αμερικανική επιθετικότητα από όπου και αν την κοιτάξεις. Το Dark Custom Studio της Harley έχει κάνει τα μαγικά του στην περίπτωση του Street Rod προικίζοντάς το με νέο μικρότερο υποπλαίσιο, πιο κοντή ουρά, νέες ζάντες και φανάρι και φωτιστικά τύπου LED. To κοστούμι είναι επίσης νέο και κάνει τα βλέμματα να γυρίζουν με την ματ απόχρωσή του, ενώ η πανέμορφη εισαγωγή αέρα δίνει στοιχεία από dragster στο μοντέλο. Το ολικό αποτέλεσμα είναι αρκούντως μυώδες και τονίζει ότι το Street Rod 750 είναι μια μοτοσυκλέτα «proudly made in America». Στην περίπτωση του V7 III, έχουμε να κάνουμε με μία μοτοσυκλέτα που είναι ρετρό… χωρίς ντροπές και χωρίς επιφυλάξεις. Το look της παραπέμπει άμεσα στη δεκαετία του 1970, με στοιχεία όπως ο αερόψυκτος επιβλητικός V2, η λεπτομέρεια χρωμίου στο στρογγυλό φανάρι και τα τελικά των εξατμίσεων. Στο δρόμο η προσοχή που τραβάει θα σας ανεβάζει την διάθεση –εμάς, μας ρωτούσαν για το μοντέλο, σχεδόν φανάρι παρά φανάρι! Στην ποιότητα τα πράγματα είναι εξαιρετικά και για τις δύο μοτοσυκλέτες, αφού τόσο η Harley Davidson όσο και η Moto Guzzi έχουν κατασκευάσει τα μοντέλα τους με κορυφαία υλικά και άριστη συναρμολόγηση και βαφή.

Aνεση-εργονομία: Εκπλήσσει ευχάριστα το V7, απευθύνεται σε έναν το Street Rod

Για τα δεδομένα της κατηγορίας, το V7 III καταφέρνει να εκπλήξει ευχάριστα τον αναβάτη αλλά και, κυρίως, τον συνεπιβάτη. Η ευμεγέθης σέλα με το μαλακό αφρώδες θα αποδειχθεί ξεκούραστη ακόμα και για πολύωρες διαδρομές, με το μικρό της ύψος από το έδαφος να επιτρέπει ασφαλές πάτημα στο δρόμο και από άτομα μικρότερου αναστήματος. Το τιμόνι και τα μαρσπιέ τοποθετούν τα άκρα σου σε γωνία που δεν θα κουράσει, ενώ και ο συνεπιβάτης νιώθει άνετα σε σχέση με άλλα μοντέλα της κατηγορίας. Στο Harley Davidson τα δεδομένα είναι πιο επιθετικά και αθλητικά. Ο αναβάτης τοποθετείται με τον κορμό περισσότερο προς τα εμπρός αλλά δεν στερείται άνεσης, καθώς το τμήμα της σέλας που του αναλογεί είναι πολύ προσεγμένο και παχύ. Αντιθέτως, ο συνεπιβάτης δεν θα περάσει καλά στο Street Rod, γιατί το πίσω μέρος αυτής της διττής σέλας είναι πολύ μικρό και παίζει κυρίως διακοσμητικό ρόλο. Ομοιότητα των δύο μοντέλων το μονό κυκλικό πολυόργανο, που περιλαμβάνει και μια ψηφιακή οθόνη πολλαπλών ενδείξεων. Στην περίπτωση του Harley, αυτές αφορούν μερικό και ολικό χιλιομετρητή και στροφόμετρο, ενώ το Moto Guzzi έχει αρκετά περισσότερες ενδείξεις όπως κατανάλωση καυσίμου, χιλιομετρητές και ώρα ταξιδιού, εξωτερική θερμοκρασία και μέση ταχύτητα.

Κινητήρες: Πιο μοντέρνο το Street Rod, πιστό στην παράδοση το V7 III

O V2 είναι σαφώς μια από τις πιο παλιές διατάξεις κινητήρων στη μοτοσυκλέτα και έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ιστορία του δικύκλου, αλλά και με τις δύο μάρκες του συγκριτικού. Ο τρόπος που τον υλοποιούν, βέβαια, οι Harley και Moto Guzzi διαφέρει και στην περίπτωση του αμερικανικού μοντέλου, έχουμε να κάνουμε με έναν ουσιαστικά αναβαθμισμένο Revolution X. O κινητήρας έχει εμπεριεχόμενη γωνία 60 μοιρών, υγρόψυξη και αλλαγές στα σωθικά του που περιλαμβάνουν τα πιστόνια, τα έκκεντρα και τις κυλινδροκεφαλές. Ως αποτέλεσμα, ο κινητήρας έχει πλέον σχέση συμπίεσης στο 12:1, είναι πιο άμεσος στο γκάζι και αποδίδει 68,4 ίππους και 6,6 κιλά ροπής. Ο στόχος των Αμερικανών να κάνουν πιο σπορ το μοτέρ επιτυγχάνεται στο ακέραιο. Ο κινητήρας του V7 III φωνάζει Moto Guzzi από μακριά, αλλά έχει βελτιωθεί πολύ στο εσωτερικό του. Παραμένει αερόψυκτος, τοποθετημένος κατά μήκος και στα 750 κ.εκ. από το 1967, αλλά στην τελευταία του έκδοση εξοπλίστηκε με νέο στρόφαλο, νέο κάρτερ και σύστημα λίπανσης και καινούργια εξάτμιση. Η ισχύς του ανέρχεται στους 52 ίππους και 6,1 kgm ροπής, ενώ τιθασεύεται αν χρειαστεί από ένα traction control, κάτι το οποίο δεν φέρει το Street Rod που αφήνει τον κινητήρα να βρυχάται χωρίς κανένα ηλεκτρονικό περιορισμό.

Οδηγώντας: Η αίσθηση σε πρώτο πλάνο

H οδήγηση μιας ρετρό μοτοσυκλέτας έχει ως προωταγωνιστικό στοιχείο την κατάλληλη αίσθηση: Δεν φτάνει ένα τέτοιο μοντέλο να σε ταξιδέψει μόνο με την εμφάνισή του, η εμπειρία ολοκληρώνεται στο δρόμο. Στο σημείο αυτό, το Moto Guzzi αριστεύει δίνοντας στον αναβάτη την εμπειρία ενός ροπάτου Ιταλικού V2 με τα όλα του. Η ροπή του μοτέρ είναι μπόλικη και πανταχού παρούσα και το traction control μόνο άχρηστο δεν είναι, στα απότομα ανοίγματα γκαζιού και στα ολισθηρά κομμάτια του δρόμου. Το μοντέλο χρειάζεται λίγο παραπάνω παιχνίδι με τον συμπλέκτη στην εκκίνηση από στάση καθώς εκδηλώνει κάποια σκορτσαρίσματα, αλλά δεν προβληματίζει με αυτή του την ιδιαιτερότητα προσθέτοντας μάλιστα στο στοιχείο «χαρακτήρας». Το V7 III ψοφάει για… βολτάρα, κατά προτίμηση σε σχετικά χαλαρούς ρυθμούς και λειτουργεί φανταστικά μεταξύ 100 και 140 χιλιομέτρων την ώρα. Δείχνει κάποιες αδυναμίες αν πιεστεί σε στροφιλίκι, αλλά μην ξεχνάμε ότι δεν φτιάχτηκε για αυτό το σκοπό. Τα φρένα λειτουργούν πολύ καλά, αν και το εμπρός φρένο θα μπορούσε να έχει καλύτερο αρχικό δάγκωμα. ¶ριστο το ABS του ιταλικού μοντέλου, που συμβάλλει σημαντικά στην αίσθηση ασφάλειας. Το Street Rod της Harley έχει μπόλικο νεύρο και το εκφράζει από την πρώτη μιζιά, που φέρνει στη ζωή τον ισχυρό V2 του. Το μοτέρ έχει πολλή δύναμη και παραδειγματική γραμμικότητα ωθώντας αποφασιστικά το αμερικανικό μοντέλο πάνω από τα 190 χιλιόμετρα την ώρα τελικής ταχύτητας. Η καλύτερη περιοχή του είναι οι μεσαίες στροφές και το cruising μεταξύ 120 και 140 στο κοντέρ. Σε συνθήκες πίεσης αποδίδει καλύτερα από το Guzzi, επιτρέποντας μεγάλες κλίσεις, ενώ υπερτερεί και στο θέμα του φρεναρίσματος με μπόλικη ισχύ άμεσα διαθέσιμη. Έχει μεγάλη σημασία φυσικά, ότι το Street Rod έχει δύο δίσκους εμπρός αντί για έναν του V7 III. Ισοπαλία για τα δύο μοντέλα στην κατανάλωση, όπου κανένα τους δεν ξεπερνάει τα 5 λίτρα στα 100 χιλιόμετρα σε μέσο όρο.

Συμπέρασμα: Κλασικός χαρακτήρας για όλους

Ένα είναι το ζήτημα στο οποίο δεν χωράει καμία αμφιβολία: Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν φτιαχτεί για τους λάτρεις των κλασικών V2 και της νεορετρό μοτοσυκλέτας. Κρίνοντας με αυστηρά τεχνοκρατικά δεδομένα, ο νικητής της σύγκρισης είναι η Harley-Davidson Street Rod 750. Πρόκειται για μια υλοποίηση η οποία είναι πιο κοντά στα σύγχρονα δεδομένα, όσον αφορά τον κινητήρα, το στήσιμο της μοτοσυκλέτας και την απόδοση σε όλους τους ρόλους. Με τιμή στα 9.490 ευρώ, μπορεί να είναι κατά τι ακριβότερο από τα 8.890 ευρώ του Moto Guzzi V7 III αλλά τα επιπλέον ευρώ δικαιολογούνται απόλυτα. Από την άλλη, εκεί που το V7 είναι πραγματικά αχτύπητο, είναι στον ανόθευτο Guzzi χαρακτήρα. Αυτό μπορεί από μόνο του να προσελκύσει αγοραστές, ενώ όσοι παίρνουν συχνά δεύτερο άτομο στις βόλτες θα πρέπει να επιλέξουν την Ιταλίδα έναντι της Αμερικάνας. Let the cylinders roar! 
 

 

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ